επιθήλιο

το
(ιστολ.) ιστός που αποτελείται από κύτταρα, τα οποία σχηματίζουν μία ή περισσότερες στιβάδες, και επενδύει όλες τις εξωτερικές (επιδερμίδα) και τις εσωτερικές (βλεννογόνους) επιφάνειες τού σώματος, αλλιώς επιθηλιακός ιστός.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • επιθήλιο — το ιστός που αποτελείται από κύτταρα τα οποία σχηματίζουν μία ή περισσότερες στιβάδες και καλύπτει όλες τις εξωτερικές (επιδερμίδα) και εσωτερικές (βλεννογόνους) επιφάνειες του σώματος, ο επιθηλιακός ιστός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κροσσωτό επιθήλιο — (Ανατ.). Επιθηλιακός ιστός, του οποίου τα κύτταρα έχουν νηματοειδείς κυτταροπλασματικές προεκβολές, που κινούνται αυτόματα προς μία κατεύθυνση. Με αυτό τον τρόπο καθίσταται δυνατή η αποβολή ξένων σωμάτων ή αποκριμάτων από την κοιλότητα του… …   Dictionary of Greek

  • έμβρυο — Κάθε ζωικός οργανισμός στα στάδια ανάπτυξής του από το ζυγωτό (γονιμοποιημένο ωάριο) έως την απελευθέρωσή του στο περιβάλλον (μέσω εκκόλαψης ή τοκετού). Ειδικότερα έ. ονομάζεται ο οργανισμός έως το στάδιο της ολοκλήρωσης της ιστογένεσης, η οποία… …   Dictionary of Greek

  • άμνιο — Εμβρυϊκή μεμβράνη των ερπετών, των πτηνών και των θηλαστικών. Το έμβρυο στα σπονδυλωτά αυτά αναπτύσσεται μέσα σε έναν σάκο που είναι γεμάτος με υγρό. Τα τοιχώματά του έχουν δύο στρώσεις από επιθήλιο με μεσόδερμα και κοιλωματικό χώρο μεταξύ τους… …   Dictionary of Greek

  • επιθηλιακός — ή, ό αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο επιθήλιο («επιθηλιακός ιστός» το επιθήλιο). [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται από το 1859 στον Ιωάνν. Γ. Ιωάννου] …   Dictionary of Greek

  • κροσσωτός — ή, ό (AM κροσσωτός, όν, θηλ. και, ή) αυτός που έχει κρόσσια, θυσανωτός νεοελλ. ανατ. φρ. «κροσωτό επιθήλιο» επιθηλιακός ιστός τού οποίου τα κύτταρα φέρουν κροσσούς με την κίνηση τών οποίων επιτυγχάνεται η αποβολή ξένων σωματιδίων ή απεκκριμάτων… …   Dictionary of Greek

  • έντερο — Το τμήμα του πεπτικού σωλήνα που περιλαμβάνεται μεταξύ του στομάχου και του δακτυλίου του πρωκτού. Διακρίνεται σε λεπτό έ., που αρχίζει από τον πυλωρικό σφιγκτήρα και απολήγει στην ειλεοτυλφική βαλβίδα, το οποίο είναι υπεύθυνο για το μεγαλύτερο… …   Dictionary of Greek

  • αδένωμα — Καλοήθης όγκος ενός αδένα που εμφανίζεται σε διάφορα αδενοφόρα όργανα (μαστοί, στομάχι, νεφρά, θυρεοειδής κλπ.). Ανάλογα με το μέρος όπου εμφανίζεται, παίρνει και την ονομασία του, όπως π.χ. προστατικό α., μαστικό α. κλπ. Τo α. πιέζει τους… …   Dictionary of Greek

  • αδαμαντίνη — Η ουσία που αποτελεί την εξωτερική στιβάδα του δοντιού. Αποτελείται κατά 96% από ανόργανα συστατικά, κυρίως υδροξυλαπατίτη, ανθρακικό ασβέστιο, μαγνήσιο και φθόριο, πράγμα που την κάνει τη σκληρότερη ουσία του οργανισμού. Ουσιαστικά πρόκειται για …   Dictionary of Greek

  • αιδοιίτιδα — Φλεγμονή του βλεννογόνου των εξωτερικών γεννητικών οργάνων της γυναίκας. Η φλεγμονή αυτή οφείλεται στην εγκατάσταση και τον πολλαπλασιασμό μικροβίων στο πλακώδες επιθήλιο του αιδοίου και οφείλεται είτε σε τραυματισμό (ρήξη του υμένα, αυνανισμός κ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.